alumnus / alumna
ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ - A |
μαθητής
Απόφοιτος ή πρώην μαθητής ενός σχολείου σχολείου, κολεγίου ή πανεπιστημίου.
← alterum non laedere | amicus curiae → |
---|
ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ - A |
← alterum non laedere | amicus curiae → |
---|